Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Ο δρόμος μας …από τους φίλου σου…στον Αριστοτέλη Γκούμα.

Το καλοκαίρι οι φανατισμένοι αλβανοί δολοφόνησαν με τον πιο βάρβαρο τρόπο ένα παλικάρι γιατί μίλησε ελληνικά,την μητρική του γλώσσα

Το σπίτι σου ήταν κοντά στο μεγάλο δρόμο, ήμασταν μικροί τότε και όλα μας φαίνονταν μεγάλα και σπουδαία, ακόμα και αυτός ο δρόμος. Μια γειτονιά σχεδόν αποτελούσαμε όλοι και κάπως έτσι γνωριστήκαμε και με εσένα Αριστοτέλη, μια γειτονιά που την ένωναν πολλά, τα περισσότερα ανείπωτα και εμείς μικρά παιδιά όλα αυτά απλά τα νιώσαμε μόνοι μας, κανείς δεν μπορούσε να μας μιλήσει για αυτά, ούτε οι γονείς μας, συνεχίζαμε απλά να ακούμε σιωπηλοί τα μοιρολόγια των γιαγιάδων μας και τα πνιγμένα μισόλογα που έβγαιναν από τα χείλη των ανθρώπων σαν στεναγμός, δεν μπορούσαμε τότε να κατανοήσουμε. Σταματούσαμε για λίγο το παιχνίδι και μετά συνεχίζαμε, πολλές φορές παίζαμε στο μεγάλο δρόμο, οι μεγάλοι δεν ήθελαν να παραμένουμε εκεί, αλλά εμάς στα αλήθεια μας άρεσε. Φαινόταν στα μάτια μας ατελείωτος και μεγάλος δεν ξέραμε που ξεκινάει και που τελειώνει, ώρες ολόκληρες τα καλοκαιρινά βράδια είχαμε συζητήσει ακόμα και για αυτό χωρίς να καταλήξουμε με βεβαιότητα κάπου. Είχαμε συνηθίσει ακόμα και αυτούς τους ήχους του, τις λίγες μηχανές και φορτηγά που τον διέσχιζαν, τους ανακατεμένους ήχους από τα συναισθήματα των ανθρώπων που κάθε φορά δεν μπορούσαμε να ξεδιαλύνουμε για ποιο λόγο συνέχιζαν να παραμένουν έτσι.
Κάποια στιγμή, Χριστούγεννα ξημέρωνε και οι μεγάλοι μας είπαν πως ο δρόμος άνοιξε, οι φωνές των ανθρώπων έγιναν δυνατές και ξεκάθαρες για λίγο, ανακατεμένες με την καμπάνα των Αγίων Πάντων που χτυπούσε ασταμάτητα και μετά ξαναήρθε βουβά η σιωπή. Οι περισσότεροι, όπως είχαμε ονειρευτεί άλλωστε μαζί με τους δικούς διασχίσαμε το μεγάλο δρόμο και σκορπίσαμε, μεγαλώσαμε μακριά του μα ποτέ μας δεν ξεχάσαμε τα όσα μοιραστήκαμε εκεί στην μητρική μας γλώσσα, ήταν ένα μυστικό που μας ένωνε σιωπηλά και μας θύμιζε τα περασμένα .
Αυτός ο δρόμος που ουσιαστικά δεν του δώσαμε ποτέ σημασία, μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις έμελε να βαφτεί με το αίμα κάποιου από εμάς, με το Αίμα Σού Αριστοτέλη, από τότε τα δάκρυα των αγαπημένων σου και τα δικά μας δεν μπορούν να δώσουν απάντηση στο γιατί. Ίσως γιατί εσύ σιωπηλά είχες αγαπήσει αυτόν τον δρόμο, αυτόν τον τόπο και την ίδια τη γλώσσα μας πιο πολύ από εμάς. Και όταν ήρθε η ώρα αθόρυβα έδωσες και την ίδια σου τη ζωή. Το όνομα σου έγινε το σύμβολο για ότι έχουμε πραγματικά μέσα στην ψυχή μας και δεν μπορούμε να τα εκφράσουμε, ίσως γιατί είναι κάπου ξεπερασμένα από τις σύγχρονες εξελίξεις και δεν αφήνονται περιθώρια από τους άψυχους ανθρώπους που καλούνται να τα εκπροσωπήσουν.
Από αυτόν τον δρόμο που σε γνωρίσαμε και είχαμε την τιμή να είμαστε συνοδοιπόροι μαζί σου, αφού έτσι τελικά ήταν γραφτό αναγκαζόμαστε να σου πούμε καλό ταξίδι Αριστοτέλη μας.
Αναγνώστρια από Χιμάρα

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Δυστυχώς, ό, τι πιο λαμπρό, γενναίο και μεγάλο έχει να επιδείξει ο ελληνισμός, αυτό προέρχεται έξω από τα σύνορα της χώρας μας. Β. Ήπειρος, Κύπρος, Πόντος παντού ήρωες, παντού Έλληνες. Παντού, εκτός από 'δω.

ΑΘΑΝΑΤΟΣ!