Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωπολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωπολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Η έμφαση της τακτικής ως στρατηγικό λάθος

Η σύγχρονη τάση της αντιμετώπισης του πολέμου ως μάχη για λόγους επικοινωνιακούς, έχει προεκτάσεις και στις έννοιες της στρατηγικής και της τακτικής. Η αντιπαράθεση του τοπικού και του ολικού δεν αρκεί για να διαχωρίσει αυτές τις έννοιες, ειδικά σ’ ένα σύγχρονο πλαίσιο.

Η έλλειψη σαφήνειας δεν είναι τωρινή. Το σκάκι θεωρείται από τους περισσότερους ως στρατηγικό παίγνιο, ενώ στην ουσία ανήκει στην τακτική. Το πρόβλημα της απομόνωσης της μάχης από το πεδίο δράσης του πολέμου για να μη φανεί το ολικό πλαίσιο, είναι ότι στην ουσία αντικαθιστά τη στρατηγική με την τακτική. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν εξετάζονται οι στρατηγικές επιπτώσεις. Η επικέντρωση της σκέψης πάνω στο πλήγμα ακόμα κι όταν είναι έντονο, δεν μπορεί ν’ αποφύγει την στρατηγική ουρά. Η αναλογία όμως είναι φυσιολογική, όταν εξετάζουμε το μοντέλο του Gauss. Ενώ ο πληθυσμός καλύπτει όλο το εύρος του φάσματος, η κοινωνία επιμένει να θεωρεί το κέντρο της μάζας ως το μοναδικό στοιχείο που υπάρχει. Προσπαθεί να δημιουργήσει ένα κόσμο δίχως ουρές. Όμως οι ουρές υπάρχουν και διαμορφώνουν όλο το πλαίσιο. Η οικονομία το ανακάλυψε πρόσφατα με τη μορφοκλασματική ανάλυση. Το θέμα είναι να μην αναγκαστεί να γίνει μια αποκάλυψη για τα στρατιωτικά δεδομένα. Τα νοητικά σχήματα υπάρχουν, όπως και το μαθηματικό πεδίο που εμφανίζεται μόνο επιφανειακά με τη θεωρία παιγνίων και τη θεωρία ομάδων. Η έμφαση της τακτικής γίνεται από τους ισχυρούς παίκτες που βασίζονται στη δύναμη του στρατηγικού δόγματος. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό είναι ισχυρό όσο βρίσκεται στο δυνητικό χώρο. Η ολική αντιπαράθεση αλλάζει όλα τα δεδομένα. Και ο λόγος είναι απλός. Η αντιπαράθεση είναι το αποτέλεσμα της αμφισβήτησης του στρατηγικού δόγματος. Αυτό σημαίνει ότι de facto θα αναπτυχθεί αναπόφευκτα μια στρατηγική ουρά πέρα από το γεγονός της τακτικής. Ενώ η μάχη θα δώσει έμφαση στο χώρο, η αντίσταση θα βασιστεί στο χρόνο. Η ανάπτυξη της στρατηγικής ουράς θα δημιουργήσει το χρόνο της αντίστασης και θα καταρρεύσει το μοντέλο του πολέμου – μάχης και θα εμφανιστεί και πάλι η μάχη του πολέμου. Βέβαια, επικοινωνιακά το τέλος της μάχης μπορεί ν’ αποτελέσει το τέλος του πολέμου. Όμως αυτός ο τεχνητός εκφυλισμός παγιδεύει μόνο την κοινωνία και κανέναν άλλο. Αλλά ακόμα και η κοινωνία, όταν αντιλαμβάνεται ότι ο αριθμός των νεκρών στρατιωτών συνεχίζει να μεγαλώνει, ενώ τελείωσε ο επίσημος πόλεμος, αρχίζει να αντιδρά. Στο ενδιάμεσο έχει αναπτυχθεί ο ανταρτοπόλεμος που λειτουργεί μόνο μέσα στο χρόνο και όχι στο χώρο λόγω έλλειψης δυνάμεων. Αυτή η νέα κρίση που δεν θέλει ν’ αντιμετωπιστεί στο επικοινωνιακό πλαίσιο υπάρχει. Και δίχως τη διαχείριση της δεν μπορεί να υπάρξει επίλυση. Κατά συνέπεια, πρέπει ν’ αναλυθεί η συμβολή της τακτικής και να εκτιμηθεί αν έχει δημιουργήσει ένα ασύμμετρο πεδίο. Δίχως αλλαγή φάσης, η επιρροή της τακτικής του χώρου αφοπλίζεται από την αντίσταση της στρατηγικής του χρόνου. Συνεπώς, η επιμονή της αντικατάστασης της στρατηγικής με την τακτική αποτελεί ένα στρατηγικό λάθος. Διότι με την έλλειψη της αρχής δεν συνεπάγεται το τέλος. Ο χρόνος θα ενσωματώσει την τακτική μέσα στο πλαίσιο και θα αναδείξει τα στρατηγικά νοητικά σχήματα.
Ν. Λυγερός
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Η ΠΙΟ ΨΥΧΡΑΙΜΗ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ....

Το θέμα μου είναι: “Η Θράκη, μία άλλη Κύπρος;”. Θα προσπαθήσω, δηλαδή, να απαντήσω στο ερώτημα, αν η Θράκη κινδυνεύει να ακολουθήσει την Κύπρο στον τραγικό κατήφορο της. Και, αν αυτό συμβαίνει, τι οφείλει να πράξει ο Ελληνισμός, για να αντιστρέψει μια τέτοια καθοδική πορεία.

ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Ποιος ήταν -και είναι- ο σταθερός στρατηγικός στόχος της Άγκυρας καθ' όσον αφορά στην Κύπρο; Προφανώς, να αποκτήσει -και σταδιακά να μεγιστοποιήσει- ουσιαστικό έλεγχο επί ολόκληρης της Μεγαλονήσου, περιλαμβανόμενης, ει δυνατόν, της τελικής, ολικής της προσάρτησης στην Τουρκία. Πώς προώθησε η Άγκυρα αυτόν τον στρατηγικό στόχο της: χρησιμοποιώντας συστηματικά τα εξής τακτικά μέσα:


. Επιτυγχάνοντας την αναγνώριση ως τουρκικής μιας μειονότητας τουρκόφωνης (ή, μάλλον, δίγλωσσης, σε μεγάλο βαθμό), μιας μειονότητας μουσουλμανικής (με έντονα, όμως, κρυπτοχριστιανικά στοιχεία), μιας μειονότητας ελληνικής, κατά μέγα μέρος, καταγωγής.

. Καταφέρνοντας (η Τουρκία) να θέσει υπό τον έλεγχο της τη μειονότητα αυτή και να αναγνωρισθεί ως "προστάτιδά" της.

. Κατορθώνοντας να "αναβαθμίσει" τεχνητά τη μειονότητα αυτή σε "κοινότητα", και από "κοινότητα" σε "μία από τις δύο κοινότητες" της Κύπρου, και ζητώντας μετά να αναγνωρισθεί ως "χωριστός λαός" και "χωριστό έθνος".
Συγκεντρώνοντας, επίσης τεχνητά, τη μειονότητα σε ορισμένες εδαφικές περιοχές πριν από το 1974 και σε μία εδαφική περιοχή μετά.
. Εξασφαλίζοντας ισχυρούς συμμάχους, τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς, των οποίων τα συμφέροντα εξυπηρετούνται από την προώθηση του τουρκικού στρατηγικού στόχου.

. Διατηρώντας ισχυρές ένοπλες δυνάμεις (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν χρονικές περίοδοι, κατά τις οποίες η Ελλάδα είχε υπεροπλία και έπρεπε να την αξιοποιήσει).

. Επωφελούμενη από τις αποτυχίες και τα λάθη μας. Όπως από την παράλειψή μας να προστατεύσουμε τους Τουρκοκύπριους, ώστε η Άγκυρα, το Λονδίνο και η Ουάσιγκτον να μη τους εκμεταλλευθούν, να μη τους καταστήσουν αιχμή της λόγχης των ιμπεριαλιστικών τους σχεδίων. Επωφελήθηκε η Τουρκία και από την αποτυχία μας να πείσουμε και να προσεταιρισθούμε τους καλής πίστης Τουρκοκύπριους και να συνεργασθούμε μαζί του εναντίον εκείνων, που μόνο το καλό τους δεν ήθελαν. Αλλά και από την ανικανότητα μας να ασκήσουμε την απαιτούμενη - πράγματι δυσχερέστατη - αυτοσυγκράτηση και να μη πέσουμε στην παγίδα των αντίπαλων μας, οι οποίοι επεδίωξαν και κατάφεραν να προκαλέσουν ακόμη και ωμότητες των Ελλήνων εναντίον Τουρκοκυπρίων.

. Η λανθασμένη τακτική, που ακολουθήσαμε έναντι των Τουρκοκυπρίων, συνδέεται με τη γενικότερη ανικανότητα μας να αντιληφθούμε εγκαίρως τις επιδιώξεις της Άγκυρας και των δυνάμεων που συμμαχούν μαζί της. Ανικανότητα που μας οδήγησε και στην πλάνη, ότι "μπορούμε να τα βρούμε με τους Τούρκους". Μια ηθελημένη, βέβαια, μια εκούσια πλάνη εκείνων που ήξεραν την αλήθεια, αλλά που συνειδητά υποχώρησαν στις από κοινού πιέσεις Τούρκων, Άγγλων και Αμερικανών ή έκαναν ότι πίστεψαν τις υποσχέσεις τους. Σε αυτή την πλάνη (ή την δήθεν πλάνη) οφείλονται οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου καθώς και οι "διακοινοτικές συνομιλίες" μετά την εισβολή του 1974, με την κατοχή και την προσφυγιά -και, αργότερα, τον μαζικό εποικισμό- να συνεχίζονται. Είχε προηγηθεί η προδοσία του Ιουλίου 1974, από εκείνους που ίσως πίστεψαν (λέω "ίσως", διότι η Δίκη της Κύπρου ματαιώθηκε για ανεξήγητους "λόγους ύψιστης εθνικής σκοπιμότητας") από εκείνους, λοιπόν, που ίσως πίστεψαν, βλακωδώς, ότι "δίνοντας" (σαν να ήταν χωράφι του πατέρα τους) την μικρότερη περιοχή που κατέλαβε ο "Αττίλας Ένα", θα ένωναν την υπόλοιπη Κύπρο με την Ελλάδα.
Σε αυτά πρέπει να προστεθούν η ανικανότητα μας να αποκτήσουμε πραγματικούς σύμμαχους (και η ψευδαίσθησή μας -πάλι ακούσια ή εκούσια- ότι οι τυπικοί μας "σύμμαχοι" είναι πραγματικοί) καθώς και η ολέθρια παράλειψη μας (ιδίως σε ορισμένες περιόδους ελπίζω η σημερινή περίοδος να μη είναι μία από αυτές) να διατηρούμε και να βελτιώνουμε το συσχετισμό των στρατιωτικών δυνάμεων Ελληνισμού - Τουρκίας στην Κύπρο και σε σχέση με αυτή, αλλά και στα άλλα τμήματα του ελληνοτουρκικού μετώπου.

. Εκμεταλλευόμενη ελληνικές προδοτικές ενέργειες, ελληνικές αδυναμίες και ελληνικά λάθη και χρησιμοποιώντας τα μέσα που αναφέραμε, η Τουρκία προώθησε τον στρατηγικό της στόχο στην Κύπρο τόσο, ώστε να έχει δημιουργήσει σήμερα δύο προοπτικές απόλυτα αρνητικές για τον Ελληνισμό: α) H εμπέδωση και νομιμοποίηση της διχοτόμησης, με το "ελεύθερο" τμήμα, καθόλου στην πραγματικότητα ελεύθερο, αφού ζει στη σκιά του Αττίλα. β) Η τουρκοκρατούμενη ομοσπονδία, σύμφωνα με την "Δέσμη Ιδεών" του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και σύμφωνα με τα λεγόμενα "Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης". Κατ' ανάγκην τουρκοκρατούμενη, αφού: (α) το βόρειο ομόσπονδο κρατίδιο θα είναι τουρκικό, με πλειοψηφία πληθυσμού μόνιμα και θεσμοθετημένα τουρκική (τουρκική και όχι τουρκοκυπριακή: σύντομα οι συνεχώς αυξανόμενοι έποικοι θα αποτελούν την πλειονότητα των διαμενόντων στα κατεχόμενα) και με ομόσπονδα όργανα πάντοτε τουρκικά, (β) στα κεντρικά, ομοσπονδιακά, όργανα οι Τούρκοι θα έχουν βέτο σε όλα τα θέματα και τα αντίστοιχα ελληνικά βέτο θα υποχωρήσουν προ των τουρκικών, διότι (γ) ο συσχετισμός των στρατιωτικών δυνάμεων ως προς την Κύπρο θα είναι συντριπτικά υπέρ της Τουρκίας, όπως προβλέπουν οι "ιδέες" του ΟΗΕ, ιδέες τούρκικης, αμερικανικής και βρετανικής προέλευσης. Έχει καταφέρει δε η Τουρκία, με τη βοήθεια των Αμερικανών, να αποδυναμώσει την εφαρμογή, στην περίπτωση της Κύπρου, θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου, που κανονικά θα έπρεπε να μας ευνοούν.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ

Μετά τη συνοπτική αυτή σκιαγράφηση των επιδιώξεων και των επιτευγμάτων της Άγκυρας ως προς την Κύπρο, θα αναφερθώ τώρα στην τουρκική πολιτική έναντι της Θράκης και έναντι του Ελληνισμού της Τουρκίας. Πρέπει αμέσως να θυμίσω, ότι ποτέ η Τουρκία (ενδόμυχα, αλλά υπάρχουν και οι σχετικές δημόσιες δηλώσεις) δεν δέχθηκε ως οριστικό το σύνορο του Έβρου και ότι, εν σχέσει με τις εκατέρωθεν μειονότητες (την ελληνική στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο και τις μουσουλμανικές στην ελλαδική Θράκη) ακολούθησε -και ακολουθεί- πολιτική, που αποβλέπει στους εξής δύο συναφείς στρατηγικούς στόχους.

Πρώτον, στην εκδίωξη του μέγιστου μέρους της ελληνικής μειονότητας. Του μέγιστου μέρους, ώστε οι κατηγορίες πως η Άγκυρα δεν εφαρμόζει για τους Έλληνες της Τουρκίας όσα απαιτεί για τους μουσουλμάνους της Θράκης να αφορούν μια ολιγάριθμη ελληνική μειονότητα, την παρουσία εξάλλου της οποίας, όπως και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχει ανάγκη η Τουρκία για να μη γίνει ακόμη εμφανέστερη η αντιμειονοτική της πολιτική και για να επικαλείται τις διατάξεις της Λωζάννης, που στηρίζονται στην αμοιβαιότητα. Ο άλλος στρατηγικός στόχος της Άγκυρας είναι, όπως και στην περίπτωση της Κύπρου, επεκτατικός και συνίσταται στην απόκτηση και σταδιακή μεγιστοποίηση ουσιαστικού ελέγχου στην ελλαδική Θράκη, αλλά και σε συνορεύοντα τμήματα της Βουλγαρίας, με απώτερο σκοπό την προσάρτηση ολόκληρης αυτής της περιοχής στην Τουρκία. Πώς προωθεί η Τουρκία αυτούς τους στρατηγικούς της στόχους;

Στη Βουλγαρία (κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου και με τις ευλογίες των Αμερικανών) δημιουργώντας κινήσεις υπονομευτικές της εθνικής ασφαλείας της γείτονος χώρας, που ανάγκασαν τη Σόφια να αντιδράσει λαμβάνοντας μέτρα, τα οποία η προπαγάνδα της Τουρκίας και των υποστηρικτών της παρουσίασε ως προκληθέντα από τον "εθνικισμό" του τότε καθεστώτος. Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος η Τουρκία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι νέες βουλγαρικές αρχές (όταν βρέθηκαν, κατόπιν και δικών μας ενεργειών, υπό αμερικανική επιρροή) συνέχισαν την προσπάθειά τους, συνδυάζοντας την, πλέον με την γενικότερη προσπάθεια μετατροπής της Βουλγαρίας σε δορυφόρο της Τουρκίας και της Αμερικής.

Στην Πόλη, την Ίμβρο και την Τένεδο, η Άγκυρα χρησιμοποίησε, από το 1923 μέχρι σήμερα, ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία, ποικιλία μεθόδων καταπίεσης. Από την προσπάθεια περιορισμού των μη ανταλλάξιμων Ελλήνων, τις οικονομικές διακρίσεις και την πολιτιστική γενοκτονία μέχρι φόνους, όπως εκείνοι των ομογενών κατά τις εξορίες διαρκούντος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κατά τα Σεπτεμβριανά ή κατά τον διωγμό στην Ίμβρο.

Εδώ στη Θράκη, η Άγκυρα χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί τα εξής τακτικά μέσα:

. Τη συνένωση και τον εκτουρκισμό των μουσουλμανικών μειονοτήτων, περιλαμβανομένων των Πομάκων και των Αθιγγάνων, έτσι ώστε να αποκτήσουν τουρκική εθνική συνείδηση και να θεωρήσουν την Τουρκία "μητέρα πατρίδα" τους.

. Την αναγνώριση, της μιας αυτής μειονότητας ως "τουρκικής".

. Την "αναβάθμιση" της μειονότητας σε "κοινότητα" (ήδη η Άγκυρα και οι εδώ πράκτορες της μιλούν για "τουρκική κοινότητα"), και χωρίς αμφιβολία, την περαιτέρω τεχνητή προαγωγή της.

Τέταρτη επιδίωξη του τουρκικού κράτους είναι η διατήρηση και ενίσχυση της νομιμοποίησης του να ενδιαφέρεται για τη μειονότητα, παρά τις γενοκτονίες των Αρμενίων, των Ποντίων και των άλλων Ελλήνων της Μικράς Ασίας, παρά τα συνεχιζόμενα εγκλήματα εναντίον των Κυπρίων και των Κούρδων και παρά την ωμή παραβίαση της Σύμβασης της Λωζάνης περί ανταλλαγής πληθυσμών και της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης, που στηρίζονται στην αμοιβαιότητα.

Η Άγκυρα προσπαθεί, επίσης, να δημιουργήσει την εντύπωση, πως οι Μουσουλμάνοι έχουν κάποιου είδους εθνικά δικαιώματα επί τμημάτων της ελληνικής επικράτειας. Στην προσπάθεια αυτή εντάσσεται και η θέση της Τουρκίας, ότι μόνον προς την κατεύθυνση μεγαλύτερου εξισλαμισμού πρέπει να μεταβληθεί η πληθυσμιακή σύνθεση των περιοχών της ελληνικής Θράκης, όπου σήμερα διαμένουν Μουσουλμάνοι. Η Τουρκία επιδιώκει, συγχρόνως, να πυκνώσει και να ενισχύσει την παρουσία των Μουσουλμάνων στις περιοχές όπου ήδη ευρίσκονται, αλλά και να επεκτείνει την παρουσία αυτή, ιδίως εδώ στο νομό Έβρου, ώστε να δημιουργηθεί "συνέχεια" με την τούρκικη επικράτεια. Φαίνεται ότι, για να επιτύχει αυτά η Τουρκία δαπανά μεγάλα ποσά μέσω του Γενικού Προξενείου Κομοτηνής. Η τουρκική πολιτική αποβλέπει στη δημιουργία δεσμών πολιτικών (δηλαδή αλυτρωτικών), οικονομικών (υπό την κηδεμονία της Άγκυρας), και "πολιτιστικών" (συνισταμένων στην από κοινού πρόσληψη της κρατικής τούρκικης προπαγάνδας) μεταξύ δυτικής και ανατολικής Θράκης αλλά και μεταξύ δυτικής Θράκης και νοτίων βουλγαρικών επαρχιών και στην "λειτουργική", de facto ενοποίηση όλων αυτών των περιοχών με πολιτικό κέντρο αναφοράς την Άγκυρα και με τοπικό κέντρο αναφοράς (οικονομικό, μορφωτικό, συγκοινωνιακό κ.λπ.) την Αδριανούπολη. Οι επαφές των γνωστών πρακτόρων της Τουρκίας με ομολόγους τους στην Βουλγαρία είναι ενδεικτικές της τακτικής αυτής. Κεντρικό στοιχείο της οποίας είναι και ο έλεγχος επί των Μουσουλμάνων - στην Ελλάδα, αλλά και στη Βουλγαρία - που θέλει η Άγκυρα να αποκτήσει. Συμπληρωματικά των ανωτέρω -και αναγκαία- συστατικά της τούρκικης τακτικής αποτελούν η απόκτηση σύμμαχων και η εκμετάλλευση του διεθνούς δικαίου.

Υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργούνται δεσμοί -θα πρόκειται, στην πραγματικότητα, για σχέση υποτέλειας- μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας. Δεν μου είναι γνωστό τι υπόσχονται οι Αμερικανοί και οι Τούρκοι στους Βουλγάρους, σε σχέση με την ελληνική Θράκη. Είναι, όμως, αξιοπρόσεκτο ότι βουλγαρικοί σωβινιστικοί κύκλοι (τις απόψεις των οποίων διοχετεύουν και βουλγαρικά μέσα δημοσιότητας) ισχυρίζονται ότι ζει, στην Ελλάδα, μεγάλος αριθμός Βουλγάρων. (Αν εννοούν τους Πομάκους, διαφωνούν με την τουρκική προπαγάνδα, που θέλει να είναι Τούρκοι οι Πομάκοι, αυτοί οι απόγονοι των αρχαίων Θρακών). Οι ίδιοι βουλγαρικοί κύκλοι επαναλαμβάνουν την εξωφρενική πρόβλεψη, ότι η Ελλάδα θα επιτεθεί κατά της Βουλγαρίας. Tι σημαίνουν αυτά;
Το γεγονός, πάντως ότι η Τουρκία εξακολουθεί να έχει την υποστήριξη των Αμερικανών ενισχύει τις ελπίδες της, ότι θα μπορέσει να μεταχειρισθεί, για τους επεκτατικούς της σκοπούς, το δίκαιο των μειονοτήτων, όπως αυτό εξελίσσεται, ειδικότερα την προϊούσα ενδυνάμωση της αρχής του αυτοπροσδιορισμού, τις νύξεις της ΔΑΣΕ ότι οι χώρες μέλη της μπορούν, αν θέλουν, να αναγνωρίσουν στα μέλη μειονοτήτων, δικαιώματα εν σχέσει με τις περιοχές στις οποίες διαμένουν, και τις προτροπές να διευκολύνεται η επαφή μελών μειονοτήτων με τη χώρα, με την οποία θεωρούν ότι έχουν δεσμούς.

Και, βέβαια, η Τουρκία εκμεταλλεύεται τα λάθη μας:

. Την αποτυχία μας, μέχρι τώρα, να προστατεύσουμε τους ισλαμικού θρησκεύματος Έλληνες πολίτες, ώστε να μη γίνουν όργανα -και, τελικά, θύματα- του τουρκικού ιμπεριαλισμού. Την αποτυχία μας να πλησιάσουμε πραγματικά την καλόπιστη μεγάλη πλειονότητα των μουσουλμάνων και να τους βοηθήσουμε να ενσωματωθούν στην κοινωνία, διατηρώντας και καλλιεργώντας, όσο θέλουν, το μειονοτικά τους χαρακτηριστικά. Τον λανθασμένο τρόπο με τον οποίο ενίοτε αντιδράσαμε στον προβοκατόρικο χαρακτήρα του τουρκικού επεκτατισμού, λαμβάνοντας, στο παρελθόν, ορισμένα περιοριστικά μέτρα ως προς τους Μουσουλμάνους, μέτρα ελάσσονα είναι αλήθεια, αλλά που κατέστησαν μερικούς από αυτούς ευάλωτους στην προπαγάνδα της Άγκυρας και, συγχρόνως, της έδωσαν επιχειρήματα.

. Η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε και εκμεταλλεύεται, επίσης, την μοιραία πολιτική μας, που συνίσταται στη νομιμοποίησή της ως προς τους ελληνικής ιθαγένειας Μουσουλμάνους και στη (γνήσια ή προσποιητή) εντύπωση της πολιτικής μας ηγεσίας, ότι μπορεί να έλθει μαζί της σε συμφωνία για ζητήματα που τους αφορούν. Στην πολιτική μας αυτή οφείλονται και οι ειδικές ελληνοτουρκικές συμφωνίες (όπως το εκπαιδευτικό πρωτόκολλο του 1978), που συνέβαλαν στον εκτουρκισμό των Μουσουλμάνων και δημιούργησαν διαύλους επιρροής της Τουρκίας. Η ανεπαρκής μέριμνα για την γενικότερη εθνική μας ισχύ (διπλωματική, οικονομική και, ιδίως, στρατιωτική) απετέλεσε καίριο λάθος, που οι αντίπαλοί μας επίσης εκμεταλλεύθηκαν.

ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ

Τι έχει πετύχει η Τουρκία μέχρι σήμερα σε αυτά τα μειονοτικά θέματα:

Στην Ίμβρο και την Τένεδο -στρατηγικής σημασίας νησιά- ο Ελληνισμός έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Οι ελάχιστοι ομογενείς που παραμένουν στην Πόλη, χωρίς να συνιστούν ουσιαστική ελληνική παρουσία, είναι, για την Άγκυρα, πολύτιμο πολιτικό αντίβαρο (επειδή, βέβαια, εμείς το επιτρέπουμε να το χρησιμοποιούν σαν τέτοιο). Την εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνουν οι προσπάθειες της Τουρκικής Πρεσβείας στην Αθήνα, να πείσει ομογενείς να επιστρέψουν στην Πόλη. Η Άγκυρα ανησυχεί ότι θα μείνει χωρίς αντίβαρο και χωρίς ομήρους.
Εδώ στη Θράκη, η Τουρκία έχει επιτύχει ανησυχητικά μεγάλο βαθμό ενοποίησης και Τουρκοποίησης των μειονοτήτων. Έχουν διαμορφωθεί πραγματικοί δεσμοί (οικονομικοί, εκπαιδευτικοί και άλλοι) μεταξύ σημαντικού αριθμού Μουσουλμάνων και της Τουρκίας, πράκτορες της οποίας εμφανίζονται ως εκπρόσωποι τους, στο ελληνικό κοινοβούλιο κατά το παρελθόν, αλλά και διεθνώς, προσπαθώντας να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι οι Μουσουλμάνοι καταπιέζονται στην Ελλάδα. Συντονίζονται δε και με την ηγεσία των Μουσουλμάνων στην Βουλγαρία.

Η Άγκυρα οργανώνει τους Μουσουλμάνους στη χώρα μας, ώστε να τους ποδηγετεί, και έχει αποκτήσει μέσα πίεσης εδώ, μέσα στην Ελλάδα. Δεν είναι υπερβολικό να λεχθεί πως έχει φθάσει να ασκεί de facto συγκυριαρχία, μέσω του Γενικού Προξενείου της στην Κομοτηνή, μέσω των πρακτόρων της, μέσω των Μουσουλμάνων που εκβιάζει, αλλά, πιθανότατα, και μέσω αυτών που εξαγοράζει. Αναφέρομαι στις επίμονες φήμες περί μυστικών κονδυλίων που μοιράζει το Γενικό Προξενείο σε Μουσουλμάνους, για σκοπούς όπως οι αγορές επιλεγμένων ακινήτων και οι μυστικές επιχορηγήσεις μουσουλμανικών καταστημάτων. Τα μέσα παρέμβασης συμπληρώνονται από τους δασκάλους (κάποτε και από τους θρησκευτικούς λειτουργούς), από τα σχολικά βιβλία που η Άγκυρα θέλει να στέλνει εδώ, από την προπαγάνδα των τουρκικών μέσων δημοσιότητας.
Η Άγκυρα έχει επιτύχει, επίσης, να προσδώσει στην Αδριανούπολη τις προοπτικές κέντρου της ευρύτερης περιοχής. Σαφής είναι, εξάλλου η εντύπωση πως η Τουρκία έχει εξασφαλίσει την ανοχή, αν όχι και υποστήριξη, των Ηνωμένων Πολιτειών, για την επεκτατική της τακτική.

ΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ

Πόσο, λοιπόν, κινδυνεύει να καταστεί η Θράκη "μια άλλη Κύπρος"; Η απάντηση είναι ότι αυτό έχει ήδη συμβεί αρκετά, αφού εφαρμόζονται ορισμένα από τα τακτικά σχέδια της Τουρκίας, όπως είναι η υπαγωγή των Μουσουλμάνων στον έλεγχό της και η χρησιμοποίησή τους για σκοπούς αντίθετους με τα πραγματικά τους συμφέροντα. Όπως είναι, επίσης, η αυτοπροβολή της Τουρκίας ως "προστάτιδος" των Μουσουλμάνων στην Ελλάδα (αλλά και στην Βουλγαρία) και η αξιοποίηση των δικών μας λαθών, τα οποία αναφέραμε. Με τέτοια μέσα, στα οποία συγκαταλέγονται η εξασφάλιση ισχυρών συμμάχων και η συνεχής αναβάθμιση των τούρκικων ενόπλων δυνάμεων, η Toυρκία ήδη -επαναλαμβάνω- ασκεί στην πράξη, συγκυριαρχία στην ελλαδική Θράκη. Η Άγκυρα συνεχίζει, συγχρόνως, τις προσπάθειες εφαρμογής των υπολοίπων σχεδίων της: Για την αναγνώριση των Μουσουλμάνων ως μιας, ενιαίας, "τουρκικής κοινότητας". Για την κατασκευή μιας ενιαίας "εδαφικής βάσης" της μειονότητας αυτής, για την, κατά το δυνατόν, επέκταση της βάσης αυτής μέχρι τα σύνορα, ώστε να δημιουργηθεί εδαφική συνέχεια με την Τουρκία και για την επικράτηση του ισχυρισμού, ότι οι Μουσουλμάνοι έχουν οιονεί εθνικά δικαιώματα επί των εδαφών όπου σήμερα διαμένουν. Για την αναγνώριση ενιαίας ηγεσίας των Μουσουλμάνων, η οποία να ελέγχεται από την Άγκυρα και να αναγνωρίζεται διεθνώς.
Η Τουρκία ελπίζει ότι, με τα μέσα αυτά και με την συμπαράσταση των ισχυρών της συμμάχων, που θα την βοηθήσουν να εκμεταλλευθεί ορισμένες τάσεις του δικαίου των μειονοτήτων, θα καταφέρει, τελικά, να ενσωματώσει τα ελληνικότατα αυτά εδάφη.

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ

Τι μπορούμε να κάνουμε για να μη συμβεί αυτό; Νομίζω πως η πολιτική, την οποία οφείλουμε να ακολουθήσουμε, είναι απαραίτητο να συνδυάζει δύο στοιχεία: Αφ' ενός την εξασφάλιση της άσκησης όλων των δικαιωμάτων των Μουσουλμάνων συμπατριωτών μας. Και αφ' ετέρου την προστασία μας από τον ιμπεριαλισμό της Άγκυρας, αλλά και την προστασία των Μουσουλμάνων συμπατριωτών μας, ώστε να μη καταστούν θύματα του ιμπεριαλισμού αυτού, όπως οι Τουρκοκύπριοι, που αναγκάζονται να εγκαταλείπουν την Κύπρο, υπό την πίεση των εποίκων και των στρατευμάτων κατοχής. Η πολιτική αυτή -η μόνη ορθή- συνεπάγεται, φυσικά, την επίσημη αναγγελία, ότι η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει, πλέον, πως η Τουρκία έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να αναμειγνύεται σε θέματα ελληνικής ιθαγένειας Μουσουλμάνων ή να παριστάνει ότι ενδιαφέρεται γι' αυτούς. Η κατάργηση του τουρκικού Γενικού Προξενείου στην Κομοτηνή, ο τερματισμός εφαρμογής των ελληνοτουρκικών εκπαιδευτικών συμφωνιών και πρωτοκόλλων και, βεβαίως, η αυστηρή πάταξη κάθε πράξης υπονομευτικής της ελληνικής κυριαρχίας -χωρίς, το ξαναλέω, να θίγονται τα δικαιώματα των Μουσουλμάνων- αποτελούν, επίσης, αναγκαίες και επείγουσες ενέργειες.

Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής κάθε άλλο παρά εύκολη θα είναι. Διότι η Άγκυρα χρησιμοποιεί τα μειονοτικά δικαιώματα για να προωθεί τους σκοπούς της. Μια τακτική που θα συνίστατο στην παρεμπόδιση άσκησης των δικαιωμάτων αυτών, έκτος του ότι θα ήταν απαράδεκτη καθ' εαυτή, μόνο τον τουρκικό επεκτατισμό θα εξυπηρετούσε. Τα μειονοτικά, όμως, δικαιώματα έχουν όρια, τα οποία πρέπει να καθορίζει το υπέρτερο καθήκον προστασίας των μειονοτήτων, αλλά και της πλειονότητας, από έξωθεν κινδύνους. Η πολιτική αυτή -η μόνη ορθή- προϋποθέτει μία γενικότερη αλλαγή της στάσης του Ελληνισμού απέναντι στην Τουρκία. Διότι πως θα εξηγήσουμε τα αμυντικά μέτρα που θα λάβουμε εδώ, όταν συνεχίζονται οι διακοινοτικές συνομιλίες στην Κύπρο, όταν πραγματοποιούνται συναντήσεις τύπου Νταβός, όταν δεν καταγγέλλουμε διεθνώς την ολοκληρωτική και γενοκτόνο Άγκυρα;

Απαραίτητο, τέλος, στοιχείο της νέας πολιτικής είναι η αύξηση της εθνικής μας ισχύος, στρατιωτικής, διπλωματικής και οικονομικής. Και η ακτινοβολία ελληνικού πολιτισμού, από εδώ προς ολόκληρη την περιοχή.
Μια πολύ ψύχραιμη ανάλυση για το θέμα της Θράκης,
του τ. πρέσβη κ. Θέμη Στοφορόπουλου
Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009 από thalamofilakas.blogspot.com
Το έλαβα με email.
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Από την άρση του Casus belli στην τοποστρατηγική


Αφού η άρση του Casus belli δεν είναι πια μια θεωρητική ουτοπία είναι απαραίτητο να εξετάσουμε και τις προοπτικές αυτής της αλλαγής φάσης ακόμα κι αν για να γίνει υπαρκτή θα πρέπει να περιμένουμε την τελική απόφαση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης. Σε κάθε περίπτωση η προετοιμασία είναι εύλογη στη στρατηγική.
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Όταν ανησυχεί το σύστημα, βάζει τον Πάγκαλο μπροστά

Όταν βγαίνει ο κ. Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης μπροστά και αρχίζει τις …πολιτικές αναλύσεις, θα πρέπει να  έχει πέσει βαρύ το πέπλο της θλίψης.  Να έχουν σωθεί τα επιχειρήματα και να κυριαρχεί ο πανικός.
Βέβαια, ο κ. Πάγκαλος, είναι εξειδικευμένος  σε παρόμοιες αποστολές,  αλλά  τώρα βρήκε και πρόθυμους συμμάχους,  όλους αυτούς που,  εδώ και μήνες, ανέλαβαν εργολαβικά τον έργο υπονόμευσης του κ. Σαμαρά.
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΧΑΟΣ

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην χώρα μας, το βιβλίο του υπουργού εξωτερικών της Τουρκίας κ Αχμέτ Νταβούτογλου, «Στρατηγικό βάθος». Στο βιβλίο αυτό, αναλύονται οι στόχοι της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και καθορίζονται οι αρχές της εθνικής στρατηγικής για την υλοποίηση της.

Σίγουρα πρόκειται για μεγαλεπήβολο σχέδιο αξιοποίησης της σπουδαίας γεωστρατηγικής θέσης της χώρας του, σε συνδυασμό με την αυτοκρατορική κληρονομιά και το Δυτικό προσανατολισμό με σκοπό την αναβάθμιση του ρόλου και της επιρροής της Τουρκίας στο διεθνές στερέωμα.
Κατά πόσον το σχέδιο αυτό είναι ρεαλιστικό και πραγματοποιήσιμο, συνολικά ή εν μέρει, εξαρτάται από τη συλλειτουργία μιας σειράς παραγόντων κυριότεροι των οποίων είναι:
Η ύπαρξη σταθερής πολιτικής βούλησης από την κυβερνώσα ελίτ της Τουρκίας για υλοποίηση του μακροπρόθεσμου σχεδίου.
Ο ευνοϊκός διεθνής συσχετισμός δυνάμεων και ο ρόλος της Τουρκίας σε αυτόν.
Δυναμική πολυδιάστατη διπλωματία.
Ισχυρή στρατιωτική ισχύς.
Αξιόπιστος κρατικός μηχανισμός.
Η μέχρι τώρα προσπάθεια εφαρμογής του σχεδίου αυτού ανέδειξε τις δυνατότητες και τις αδυναμίες της Τουρκίας στο ρόλο της περιφερειακής δύναμης. Ο ανταγωνισμός με το Ισραήλ, οι ισορροπίες με ΗΠΑ και Ρωσία, το παιγνίδι των αγωγών, η πορεία προς την ΕΕ, οι σχέσεις με τον αραβικό κόσμο και Ιράν, αλλά (ας μη το ξεχνάμε) και οι αναπόφευκτες διεργασίες στο εσωτερικό της Τουρκίας, περνάνε από διάφορες φάσεις που σκιαγραφούν τις δυσκολίες και το ρίσκο του εγχειρήματος.
Οι απορρέουσες για την Ελλάδα συνέπειες σύμφωνα με το σχέδιο αυτό αφορούν, συνδιαχείριση του Αιγαίου, χαλαρή συνομοσπονδία δορυφόρο της Τουρκίας στην Κύπρο, σταδιακό εκτουρκισμό της Θράκης, αλλαγή ισορροπιών στα βαλκάνια και δημιουργία του μουσουλμανικού τόξου στα βόρεια σύνορα μας, με μοχλό τις υπάρχουσες μειονότητες στα γειτονικά κράτη.
Εδώ όμως τα πράγματα εξελίσσονται ευνοϊκά για τη Τουρκία. Η κυρίαρχη πολιτική της χώρας μας για αντιμετώπιση της αναθεωρητικής πολιτικής της γείτονος είναι ο κατευνασμός. Υποχωρητική στάση παντού. Αυτό είναι το σχέδιο μας. Αντιδρούμε εκ των υστέρων σε τετελεσμένα γεγονότα. Παθητικά. Χωρίς στρατηγική. Με προχειρότητα.
Και το χειρότερο είναι ότι επενδύουμε πολιτικά και ιδεολογικά το φοβικό μας σύνδρομο. Την ανυπαρξία συγκροτημένης εξωτερικής πολιτικής την έλλειψη εθνικής στρατηγικής τη βαφτίζουμε «στρατηγική ψυχραιμία» και «μέρισμα ειρήνης».
Απέναντι στην πολιτική του «στρατηγικού βάθους» αντιτάσσουμε την πολιτική του στρατηγικού χάους, του πολιτικού κενού και της εθνικής απραξίας. Συνονθύλευμα αλληλοσυγκρουόμενων τακτικισμών, χωρίς στρατηγικό πλαίσιο, αλληλουχία, εσωτερική συνέπεια, συνοχή, οργάνωση, στόχους.
Από τους λεονταρισμούς του πρωθυπουργού την παραμονή των Ιμίων, καταλήγουμε στην υποστολή της σημαίας την επομένη και αργότερα στην αναγνώριση στρατηγικών συμφερόντων της Τουρκίας στο Αιγαίο. Από την αγορά των S-300 για ενίσχυση του ενιαίου αμυντικού δόγματος καταλήξαμε στην αποθήκευση τους. Και ο κατάλογος της εθνικής υποτέλειας δεν έχει τέλος…
Μόνιμη επωδός-δικαιολογία της πολιτικής μας αβελτηρίας και του εθνικού εφησυχασμού είναι οι καλές προθέσεις της Τουρκίας, τα εσωτερικά της προβλήματα και κυρίως το ανέφικτο της πολιτικής του στρατηγικού βάθους, η υπερεκτίμηση από τους «ανησυχούντες» των δυνατοτήτων του εμπνευστού της, η παρανόηση της θεωρίας και των στόχων του κλπ.
Είναι γνωστό ότι, αν ένα πρόσωπο έχει μεγαλεπήβολα σχέδια είναι γραφικό. Αν όμως έχει τη δυνατότητα να τα πραγματοποιήσει, τότε είναι επικίνδυνο. Το ελληνικό κράτος πρέπει να αποφασίσει για τον κ Νταβούτογλου και την στρατηγική του: Γραφικός ή επικίνδυνος;
Έγκαιρα!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Νταβούτογλου και Τουρκική Εξωτερική πολιτική


Ό Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και από 1ης Μαϊου 2009 Υπουργός των Εξωτερικών της Τουρκίας κ. Αχμέτ Νταβούτογλου ,έγινε περισσότερο γνωτός για το δόγμα του περί εξωτερικής πολιτικής της χώρας του που φέρει το όνομα του παρά για τα επιτεύγματα του.

Όπως οι περισσότεροι Καθηγητές Πολιτικών Επιστημών ή Διεθνών Σχέσεων και ο κ. Νταβούτογλου διακατέχεται από μεγαλεπίβουλους οραματισμούς και σχεδιασμούς επί χάρτου, που ουδεμίαν ή ελαχίστην σχέσην έχουν με την πραγματικότητα. Αν είχε διατελέσει πρώτα Υπουργός των Εξωτερικών και αποφάσιζε μεταγενέστερα να εκφράσει το δόγμα του είναι αδιαμφισβήτητο ότι το περιεχόμενο του θα ήταν πολύ διαφορετικό και πάντως πιό ρεαλιστικό από το σημερινό. ΄Ενας προκάτοχος του ,ο εβραιογερμανός Καθηγητής κ.Χένρυ Κίσσινκερ, που έγινε Αμερικανός υπήκοος και χρημάτισε Υπουργός των Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ο πρώτος διδάξας , με την μόνη διαφορά ότι για καλή του τύχη και κακή τύχη των υπολοίπων ,ασκούσε την εξωτερική πολιτική μίας χώρας παντοδύναμης οικονομικά και κυρίως στρατιωτικά. Ο μεν κ.Κίσσιγκερ άφησε πολιτικούς και διπλωματικούς επιγόνους ,στις ΗΠΑ όμως , ενώ ο μιμητής του, κ.Νταβούτογλου ανήκει στην Ανατολή και στις σύνθετες και πολύπλοκες ισορροπίες που επικρατούν στην περιοχή , όπου η χώρα του δεν έχει απολύτως καμμία θετική εικόνα , βαρυνόμενη με δύο γενοκτονίες και βάρβαρη κατοχή της περιοχής στην οποίαν ο κ.Νταβούτογλου επιδιώκει να επαναφέρει σήμερα την διπλωματική και πολιτική επιρροή της χώρας του.

Ο Καθηγητής κ.Νταβούτογλου από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 εξέφραζε σε διάφορα ακαδημαϊκά κείμενα τις απόψεις του για την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας τις οποίες αναπροσάρμοζε ανάλογα με τις εξελίξεις και τις δημιουργούμενες ισσοροπίες μέχρις ότου τις αποκρυστάλωσε στο βιβλίο του « Στρατηγικό βάθος» το οποίο εκδόθηκε το 2001 και στο οποίο εμπεριέχονται οι γεωστρατηγικές απόψεις του που σχηματίζουν το αποκαλούμενο δόγμα Νταβούτογλου.

Οι απόψεις του αυτές άρχισαν να βλέπουν το φώς της πρακτικής εφαρμογής λόγω της ενεργού ένταξης του στις γραμμές του Κόμματος της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του κ. Ερντογάν που Κυβερνά την Τουρκία από το 2002.

Οι βασικές γραμμές στις οποίες στηρίζει το γεωστρατηγικό του οικοδόμημα είναι τρείς. Α) χρήση ειρηνικών μέσων ή ήπιας πολιτικής ή άλλως προληπτικής διπλωματίας Β) επίλυση όλων των διμερών διαφορών με τους γείτονες ( μηδενικά προβλήματα ) Γ) επίτευξη λύσεων που να εξασφαλίζουν ισομερή αποτελέσματα για τους εμπλεκόμενους ,τουτέστιν την win-win επίλυση των διαφορών. Για να μπορέσουν όμως να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί θα πρέπει πρώτα η Τουρκία να απαλλαγεί από την μιλιταριστική εικόνα που έχουν οι τρίτοι γι΄ αυτήν, δεύτερον να αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τις γειτονικές της χώρες και τρίτον να βρεί μία αποδεκτή γι’ αυτήν λύση στο Κουρδικό πρόβλημα που όμως να μην την απομακρύνει από τους Κόυρδους του Ιράκ λόγω των βλέψεων της στην Μοσούλι και στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου.

Υποστηρίζει ότι λόγω της ιστορίας της και της γεωγραφικής της θέσης ,η Τουρκία κατέχει «στρατηγικό βάθος» και ως εκ τούτου δύναται να διαδραματίσει ρόλο «κεντρικής δύναμης» και όχι μόνον « περιφερειακής δύναμης» στα Βαλκάνια .

Κατά τον κ.Νταβούτογλου η Τουρκία δεν πρέπει να περιοριστεί στο ρόλο της γέφυρας μεταξύ Ανατολής –Δύσης ή του συνδέμου μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανικών Κρατών-Δύσης ,που εξαγγέλουν οι Δυτικοί (Ε.Ε και ΗΠΑ) αλλά μπορεί να διαδραματίσει ρόλον πέραν των Βαλκανίων ,όπως στη Μ.Ανατολή, Κεντρική Ασία, Καύκασο, Αφρική ,Λατινική Αμερική , κλπ.

Θεωρεί ότι για να μπορέσει η Τουρκία να υλοποιήσει τον ρόλο της Κεντρικής Δύναμης θα πρέπει να δράσει αυτοτελώς πρός ίδιον στρατηγικόν όφελος και όχι ως εντολοδόχος άλλων μεγάλων Δυνάμεων. Τουτέστιν επιδιώκει να αναρριχηθεί στο επίπεδο της Βραζηλίας, Ινδίας, ακόμη και Ρωσίας ,Κίνας.

Για να μπορέσει να επιτύχει, στις περιοχές που στοχεύει ,την εξωτερική πολιτική που πρεβεύει ο κ.Νταβούτογλου θα πρέπει η Τουρκία να διαδραματίζει αν όχι τον αποκλειστικό παράγοντα τουλάχιστον τον σημαντικότερο παράγοντα ,ώστε να μπορέσει να ασκήσει την επιρροή που επιδιώκει. Ομως.

Στα Βαλκάνια , οι , Βουλγαρία, Ρουμανία,Σλοβενία , Ελλάδα , είναι ήδη Μέλη της Ε.Ε και του ΝΑΤΟ που σημαίνει ότι τόσον οι πολιτικές όσο και στρατιωτικές τους επιλογές επηρεάζονται σημαντικότατα από την ένταξη τους στους δύο αυτούς Οργανισμούς , ενώ τα υπόλοιπα Βαλκάνια είτε είναι υπό ένταξη είτε υπο διαπραγμάτευση με Ε.Ε και ΝΑΤΟ . ΄Αρα η «Δυτική Οθωμανική Αυτικρατορία» με την κοινή ιστορία και πολιτισμό που πρεσβεύει ο κ. Νταβούτογλου, δεν υπάρχει όπως αυτός την οραματίζεται.

Στην Μέση Ανατολή ,όπου εκτεινόταν η «Ανατολική Οθωμανική Αυτοκρατορία» , σημαντική άν όχι αποκλειστική επιρροή έχουν οι ΗΠΑ, δευτερόντως ,αλλά με ουσιαστικό ρόλο ,το Ισραήλ και τριτευόντως σε μερικές χώρες , η Ρωσσία. Ως εκ τούτου το βασικό στοιχείο της κοινής ιστορίας και πολτισμού στο οποίο στηρίζεται το δόγμα δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σημερινές πραγματικότητες και πολιτικές δυναμικές.

Στην Κεντρική Ασία – Καύκασο πέραν της σημαντικής επιρροής που συνεχίζει να ασκεί η Ρωσσία , η παρουσία των ΗΠΑ είναι ιδιαιτέρως έντονη ενώ οι πολλά υποσχόμενες Τουρκικές εξαγγελίες των αρχών του 1990 απεδείχθησαν φρούδες ελπίδες κατά ομολογίαν και Τούρκων επισήμων.

Στην Αφρική , η Κινεζική παρουσία είναι όχι μόνον οικονομικά έντονη αλλά και πολιτικά καθώς και το Αμερικανικό ενδιαφέρον. Επί πλέον τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες αυτές ,πέραν των εγχωρίων παραγόντων που τα προκαλούν προέρχονται και από μακρόχρονες επιρροές τρίτων χωρών είτε πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων είτε οικονομικών νεοαποικιοκρατών και η Τουρκία όσο και αν προσπαθήσει θα είναι «εκτός κλίματος»

Στην Λ.Αμερική ,μπορεί οι ΗΠΑ να αποδυνάμωσαν το ενδιαφέρον τους , δεν θα ανεχθούν όμως εξελίξεις που θα στρέφονται κατά της ασφάλειας ή των συμφερόντων τους. ΄Αρα η παρουσία τους άν και υπνότουσα είναι ορατή.

Με τις ανωτέρω συνοπτικές επισημάνσεις αποδεικνύεται ότι η Τουρκία για να εφαρμόσει το δόγμα Νταβούτογλου αντιμετωπίζει επί πλέον και δύο πολύ σοβαρά προβλήματα που είναι εξωγενή και ενδογενή.

Α) Εξωγενή

Η Τουρκία για να επιτύχει τον ρόλο που επιδιώκει θα πρέπει είτε να έλθει σε συγκρουση με τα συμφέροντα Δυνάμεων που ήδη ασκούν την επιρροή τους στην περιοχή είτε να διαπραγματευτεί μαζί τους . Εξ’ άλλου η μεγαλύτερη προσέγγιση της με την Ε.Ενωση θα την υποχρεώνει να ασκεί κοινές πολιτικές σε πολλά μέρη της υφηλίου που μπορεί μεν να απηρεάζονται μέχρις ενός βαθμού από Τουρκικές προτάσεις, δεν θα καθορίζονται όμως απ’ αυτήν ,αλλά από τους μεγάλους παίχτες της Ε.Ε. Συνακόλουθα δεν θα μπορεί να ασκήσει αυτοτελή εξωτερική πολιτική όπως την επιδιώκει ο κ. Νταβούτογλου. Κραυγαλέο παράδειγμα αποτελεί αυτό της Ισπανίας η οποία στην φαρέτρα των επιχειρημάτων της για ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα προ 25ετίας ήταν και η καθοριστική επιρροή που ασκούσε στις χώρες της Λ.Αμερικής και πρώην αποικίες της ,επίδραση που προσέφερε ως προίκα στην Ε.Κοινότητα και που με την πάροδο του χρόνου χάθηκε στο άπειρο.

Β) Ενδογενή

Η Τουρκία για να μπορέσει να ασκήσει την εξωτερική πολιτική που στοχεύει θα πρέπει α) όχι μόνο να ξεκαθαρίσει το εσωτερικό πολιτικό τοπίο μεταξύ στρατού και πολιτικής εξουσίας αλλά β) να συνεχίσει τον εκδημοκρατισμό της ,που βραδυπορεί από το 2005 και που τον προωθούσε λόγω πιέσεων της Ε.Ενωσης ,και γ)να διατηρήσει την οικονομική της ανάπτυξη.Τρείς παράγοντες που η ομαλή εξέλιξη τους δεν είναι και τόσο βέβαιη.

Τέλος, για να μπορέσει η Τουρκία να ασκήσει επιρροή στις Ισλαμικές χώρες θα πρέπει να επικρατήσει το Θρησκευτικό στοιχείο στην Τουρκία περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο. Θα πρέπει ως εκ τούτου να ερμηνεύεται το ξεκαθάρισμα ισχύος μεταξύ στρατού-πολιτικών και υπ’ αυτό το πρίσμα .Στην περίπτωση όμως αυτή, η Τουρκία , ως Σουνιτικό Κράτος, θα έλθει σε αντιπαράθεση με τους Σιϊτες και ειδικά το Ιράν , αλλά και με την Σ.Αραβία , Αίγυπτο ( Σουνίτες) που δεν θα επιθυμούν να δούν τον δικό τους ρόλο μειούμενο από την Τουρκία στον Ισλαμικό κόσμο.

Ε.Ν.Καραγιάννης

Πρέσβυς ε.τ.
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Oι αεροδιάδρομοι του Αιγαίου


Ένα Boeing 717 της Ολυμπιακής Αεροπορίας ταξιδεύει από Αθήνα για Κωνσταντινούπολη. Ξαφνικά, στις 8.48 και ενώ το αεροπλάνο βρίσκεται ΒΔ των Ψαρών στα 29.000 πόδια, το σύστημα αποφυγής σύγκρουσης του αεροπλάνου ειδοποιεί τον πιλότο για την παρουσία άλλου αεροσκάφους σε κοντινή απόσταση. Μετά από λίγο εμφανίζονται δύο τουρκικά μαχητικά που περνάνε σε απόσταση δύο περίπου μιλίων από το αεροσκάφος καθώς είχαν αναχαιτιστεί λίγο νωρίτερα από ελληνικά αεροσκάφη.
Η σύγκρουση αποφεύχθη ενώ το Boeing 717 πετούσε σε συγκεκριμένο-εγκεκριμένο αεροδιάδρομο από τον Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO) όπως και σε δεκάδες άλλα αεροσκάφη, τα οποία εκτελούν καθημερινά δρομολόγια εσωτερικού και εξωτερικού εντός του FIR Αθηνών και χρησιμοποιούν συγκεκριμένους αεροδιάδρομους.
Τέτοια επεισόδια έγιναν πλέον ρουτίνα και συνήθως περνάνε στα "ψιλά" του ημερήσιου Τύπου. Η τουρκική αυτή δραστηριότητα αυξάνει συνεχώς και γίνεται για να ασκείται η τουρκική πολεμική αεροπορία, σύμφωνα με δηλώσεις του Τούρκου Πρωθυπουργού στη πρόσφατη επίσκεψη του στην Αθήνα. Οι παραβάσεις του FIR Αθηνών από την τουρκική πολεμική αεροπορία αλλιώς περιγράφονται στην Λευκή Βίβλο του τουρκικού υπουργείου αμυνας, που κυκλοφόρησε στις 7 Ιουλίου 2003 και διανεμήθηκε σε όλες τις ξένες πρεσβείες στην τουρκική πρωτεύουσα.
Σύμφωνα με την τουρκική Λευκή Βίβλο, το FIR Αθηνών καταργείται, η Ελλάδα διατηρεί εναέριο χώρο 6 ν.μ. αντί των 10 ν.μ. και ο αεροπορικός έλεγχος του Αιγαίου στα πλαίσια του ΝΑΤΟ μεταβιβάζεται και στις δύο χώρες. Μετά από όλα αυτά και ενώ θα περίμενε κανείς την ελληνική αντίδραση στον ICAO, η ελληνική πλευρά υπέγραψε συμφωνία με την Τουρκία για κατάργηση –δημιουργία νέων αεροδιαδρόμων στο Αιγαίο μέσω ICAO που ήδη οι Τούρκοι έσπευσαν να αξιοποιήσουν στην πιο κρίσιμη για τους Τούρκους περιοχή της Λήμνου, όπου χρόνια επεδίωκαν λυσσαλέα την πλήρη αποστρατικοποίηση και διεθνοποίηση της.
Με αυτή την συμφωνία καταργήθηκαν οι υπάρχοντες αεροδιάδρομοι Κασσάνδρα-Λήμνος (J/UJ-60) και Θεσσαλονίκη-Λήμνος-Χίος-Ρόδος- Λευκωσία (L/UL-609) που λειτουργούσαν από τα 11.000 πόδια και 4.500 πόδια αντίστοιχα.
Στη θέση τους δημιουργήθηκαν δύο νέοι αεροδιάδρομοι: Ο Ν-127 Ροδόπη-Λήμνος-Σμύρνη-Ντάλαμαν από το ύψος των 14.000 ποδιώνκαι άνω και ο Ν-128 Κασσάνδρα-Λήμνος από το ύψος των 13.000 ποδιών και άνω και στη συνέχεια Σμύρνη-Ρόδος από το ύψος των 14.000 ποδιών και άνω.
Το άμεσο αποτέλεσμα αυτών των μετατροπών δίνει πλέον την ελευθερία στα τουρκικά μαχητικά να κινούνται ανεξέλεγκτα σε ύψη μέχρι και 14.000 πόδια, ενώ μέχρι σήμερα είχαν περιορισμούς μέχρι τα 4.500 και 11.000 πόδια, ανάλογα με τον αεροδιάδρομο. Αυτό διευκολύνει την διεξαγωγή ασκήσεων από τουρκικά μαχητικά που πλέον μπορεί να γίνεται σε απόσταση 5,6 μιλίων από τις ακτές της Λήμνου και εντός της τερματικής περιοχής του αεροδρομίου της Λήμνου.
Δυστυχώς η Ελλάδα υπνωτισμένη, από τις σειρήνες της φιλίας που μόνο αυτή βλέπει συνεχίζει να δέχεται τον καταιγισμό των παραβάσεων του FIR Αθηνών και δεν αντιδρά με αποτέλεσμα να υφίσταται οικονομική απώλεια από την σταδιακή κατάργηση των αεροδιάδρομων του FIR Αθηνών και στο μέλλον να χάσει τον έλεγχο του με τραγικές συνέπειες στην στρατιωτική άμυνα του Αιγαίου.
Toυ Χρήστου Κουτσογιαννόπουλου, Ταξίαρχου ε.α., πρώην Δντη Διεθνών Σχέσεων ΥΠΕΘΑ
naxiorama.blogspot
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Η γεωπολιτική προσέγγιση, ο κ. Νταβούτογλου κι εμείς…




Tου Χρύσανθου Λαζαρίδη

Στα τέλη του 19ου Αιώνα ο Αμερικανός Alfred Thayer Mahan ανέπτυξε τη θεωρία της ναυτικής ισχύος, δείχνοντας πώς η θαλάσσια δύναμη εξασφαλίζει τον υψηλότερο βαθμό ελέγχου με τον μικρότερο βαθμό επιβολής. Η κεντρική ιδέα είναι ότι κυριαρχία σε ηπειρωτικές εκτάσεις απαιτεί πλήρη επιβολή επί των τοπικών πληθυσμών. Ενώ η κυριαρχία στις θάλασσες απαιτεί όχι πλήρη επιβολή και συνεχή παρουσία, αλλά αποτελεσματικό έλεγχο των θαλασσίων δρόμων.

Έτσι ένα κράτος που περιβάλλεται από θάλασσες έχει αμυντικό πλεονέκτημα έναντι όλων των ηπειρωτικών δυνητικών εχθρών του. Ταυτόχρονα έχει επιθετικό πλεονέκτημα να αιφνιδιάζει όποιον αντίπαλό του επιθυμεί. Και πλήττοντάς τους ένα-ένα μπορεί να τους εξουδετερώσει όλους.
Ένα θαλάσσιο κράτος χωρίς αμυντικούς περισπασμούς μπορεί με μικρότερο κόστος να ελέγχει μεγαλύτερο χώρο, σε σύγκριση με ένα ηπειρωτικό κράτος που οφείλει να έχει αμυντική προετοιμασία έναντι όλων των γειτόνων του και κινδυνεύει να βρεθεί περικυκλωμένο από παντού.

Έτσι ο Mahan έφτιαξε την θεωρία στρατηγικής υπεροχής της θαλάσσιας δύναμης.

Στο Mahan απάντησε, κατά κάποιο τρόπο, ο Βρετανός Halford Mackinder, ο οποίος υποστήριξε, αντίθετα, την υπεροχή της εδαφικής ισχύος έναντι της ναυτικής. Ο Mackinder υποστήριξε ότι όποια πολύ μεγάλη δύναμη (αυτοκρατορία) ελέγχει εκτεταμένες και συμπαγείς ηπειρωτικές εκτάσεις, μπορεί τελικώς να εξασφαλίσει την απόλυτη κυριαρχία επί των ηπειρωτικών εδαφών της γης – δηλαδή σε ολόκληρη την Ευρασία – και να κυριαρχήσει στον κόσμο.
Ο Mackinder κατέληξε ότι όποιος ελέγχει την «καρδιά» (heartland ή «ενδοχώρα») της Ευρασίας – δηλαδή τη Δυτική Ρωσία, την Ανατολική Ευρώπη και την Ουκρανία – ελέγχει ολόκληρη την Ευρασία. Κι όποιος ελέγχει την Ευρασία ελέγχει τελικά τον κόσμο ολόκληρο!
Μπορεί να εξασφαλίσει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της «ενδοχώρας», απ’ όλες τις ναυτικές δυνάμεις, διαθέτει άφθονο χώρο να αμυνθεί από τις πιέσεις τους, να αναδιπλωθεί μπροστά στις απειλές τους, να αντεπιτεθεί και να τις εξουδετερώσει μια- μία, προτού αποκτήσει πλήρη έλεγχο της Ευρασίας. Κι εκείθεν να επιβληθεί στις «περιφερειακές» ναυτικές δυνάμεις, που απέχουν πολύ μεταξύ τους για να συνασπιστούν εναντίον της Κεντρικής ηπειρωτικής δύναμης, αλλά καθεμία τους απέχει λίγο από τη συγκεντρωμένη δύναμη της ηπειρωτικής αυτοκρατορίας.
Εδώ έχουμε ένα συνδυασμό γεωμετρικών προβολών ισχύος και γεωγραφικών πλεονεκτημάτων, που καθιστούν τον έλεγχο της ηπειρωτικής ενδοχώρας «ακαταμάχητο» πλεονέκτημα για την παγκόσμια κυριαρχία.
Ο Mackinder και η θεωρία του περί ηπειρωτικής ισχύος στην Ευρασία και την «ενδοχώρα» της, αντέστρεψε το επιχείρημα της θαλάσσιας ισχύος του Mahan. Κι έθεσε τις βάσεις της γεωπολιτικής προσέγγισης στη διεθνή πολιτική (αν και τον όρο Γεωπολιτική τον εισήγαγε πρώτος ο Σουηδός Rudolf Kjellen).
Συνεχώς διαψεύδεται, συνεχώς επανέρχεται…

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος μάλλον διέψευσε τον Mackinder, αφού ανέδειξε την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, μιας ως τότε «περιφερειακής» ναυτικής δύναμης. Παρ’ όλα αυτά, έδωσε νέα ώθηση στη γεωπολιτική προσέγγιση:
–Πρώτον, διότι οι δύο βασικές ηπειρωτικές δυνάμεις που βγήκαν χαμένες – η Γερμανία που ηττήθηκε και η Σοβιετική Ρωσία που αναδιπλώθηκε στον εαυτό της – άφησαν την «ενδοχώρα της Ευρασίας», την Ανατολική Ευρώπη, χωρίς επικυριαρχία, άρα ανοικτή σε μελλοντική διεκδίκηση.
–Δεύτερον, οι δύο ναυτικές δυνάμεις που νίκησαν – οι ΗΠΑ και η Αγγλία – έτειναν να «εκλείψουν» από το διεθνές προσκήνιο τα επόμενα χρόνια: Οι ΗΠΑ μπήκαν σε περίοδο απομονωτισμού (ούτε στην Κοινωνία των Εθνών, που ίδρυσε ο Πρόεδρος τους, θέλησαν τελικά να συμμετάσχουν), ενώ η Βρετανία βγήκε αρκετά αποδυναμωμένη από την Πανευρωπαϊκό Πόλεμο…
Έτσι δημιουργήθηκε κενό ισχύος ακριβώς εκεί που η παραδοσιακή γεωπολιτική θεωρία υποστήριζε ότι βρισκόταν η «καρδιά» της παγκόσμιας ισχύος!
Το κενό αυτό επέτρεψε σε ένα Γερμανό θεωρητικό, τον Karl Haushofer, να επαναφέρει την γεωπολιτική προσέγγιση ως θεωρητική βάση ισχύος μιας μεγάλης ηπειρωτικής δύναμης. Απ’ αυτόν επηρεάστηκε η θεωρία των Ναζί περί «ζωτικού χώρου», που είχε ανάγκη η Γερμανία, αρχικά για «να αναπνεύσει» και τελικά για να κυριαρχήσει στην παγκόσμια σκηνή.
Ο «ζωτικός χώρος» που διεκδικούσε η Ναζιστική Γερμανία συνέπιπτε σχεδόν απολύτως με τη στρατηγικής σημασίας «ενδοχώρα» την Ευρασίας του Mackinder: Μεσευρώπη (Mitteleuropa), Δυτική Ρωσία και Ουκρανία.
Η Ναζιστική Γερμανία κέρδισε τον έλεγχο της «ενδοχώρας», αλλά έχασε τον Πόλεμο. Και πάλι η αμερικανική αεροναυτική δύναμη νίκησε και οι ΗΠΑ έγιναν παγκόσμιος κυρίαρχος.

Κι έτσι διαψεύστηκε, ξανά, η γεωπολιτική προσέγγιση!

Για χρόνια οι οπαδοί της πέρασαν στην αφάνεια. Άλλωστε, στα μεταπολεμικά χρόνια με την ανάπτυξη της αεροπορίας, των ατομικών όπλων και των διηπειρωτικών πυραύλων, η γεωγραφία έμοιαζε πια χωρίς πολιτικό νόημα. Όλος ο κόσμος είχε γίνει «πολύ μικρός» για την εμβέλεια των διαθέσιμων όπλων, για να έχει την παραμικρή σημασία η διαφορά «ηπειρωτικών» και «ναυτικών» δυνάμεων.
Όμως, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η «ισορροπία του πυρηνικού τρόμου» επανέφερε τη Γεωπολιτική.
Αφού τα πυρηνικά όπλα που υπήρχαν στα δύο στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου δεν επέτρεπε σε καμία από τις δύο υπερδυνάμεις να καταστρέψει την άλλη χωρίς να καταστραφεί κι η ίδια, τα πυρηνικά όπλα ουσιαστικά «αχρειστεύονταν»!. Και η παγκόσμια κυριαρχία επανερχόταν σε τοπικούς συσχετισμούς και κρινόταν από τοπικές περιφερειακές κρίσεις. Όπου ρόλο έπαιζε ξανά η Γεωπολιτική.
  Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Σοβιετική Ένωση έλεγχε πλήρως την «Ενδοχώρα» (Ανατολική Ευρώπη, Ουκρανία και Δυτική Ρωσία), αλλά τελικά δεν κατόρθωσε να ελέγξει την Ευρασία.
– Από την άλλη πλευρά, την ίδια περίοδο, το «μέγα της θαλάσσης κράτος» των ΗΠΑ υπέστη ταπεινωτική ήττα στους βάλτους και τις ζούγκλες του Βιετνάμ.
Παρά το γεγονός ότι η Αμερική κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο, αυτό υπήρξε περισσότερο αποτέλεσμα της υπεροχής του δημοκρατικού-καπιταλιστικού συστήματος έναντι του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όχι αποτέλεσμα της ναυτικής ισχύος των ΗΠΑ. Η πολιτική και η συστημική ανάλυση νίκησαν την γεωπολιτική προσέγγιση – τόσο της «ναυτικής κυριαρχίας» όσο και την «ηπειρωτικής ισχύος.

Ο Νταβούτογλου και η σύγχρονη Γεωπολιτική

Ωστόσο, οι γεωπολιτικές θεωρίες παραμένουν δημοφιλείς. Και διατηρούν την επικαιρότητά τους, σε διάφορες τοπικές παραλλαγές, όσο ο κόσμος γίνεται – ξανά πολύ-πολικός. Πράγματι, τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ έμοιαζε «αδιαμφισβήτητη»…
Ωστόσο, η αποτυχία των ΗΠΑ στο Ιράκ, οι μεγάλες δυσκολίες των αμερικανο-νατοϊκών δυνάμεων στο Αφγανιστάν και η διεθνής κρίση που έπληξε κυρίως το δυτικό κόσμο, δημιουργούν πάλι «χώρο» για την ανάπτυξη τοπικών περιφερειακών δυνάμεων που καταφεύγουν, ξανά, σε γεωπολιτικούς υπολογισμούς για να εκφράσουν, να προβάλλουν και να πραγματοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους.

Η Κίνα, η Ιαπωνία και η Ινδία είναι τέτοια παραδείγματα στην Άπω Ανατολή. Το Ιράν στη Μέση Ανατολή. Και η Τουρκία δίπλα μας…
Το δόγμα του «στρατηγικού βάθους» που διατύπωσε ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ahmet Davutoğlu αποτελεί, ίσως, την πιο χαρακτηριστική περίπτωση επανεμφάνισης μιας πλήρους γεωπολιτικής στρατηγικής με σύγχρονη μορφή και με υψηλές φιλοδοξίες.
Στην έννοια του «στρατηγικού βάθους», βρίσκουμε όλες τις κεντρικές γεωπολιτικές έννοιες: της εγγύτητας, της «ενδοχώρας» και του «κέντρου βάρους».

  • Η «ενδοχώρα της Ευρασίας», σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, μοιάζει να έχει μετατοπιστεί από την κεντρική Ευρώπη και την δυτική Ρωσία-Ουκρανία, προς νότια: στην Κεντρική– Νοτιοδυτική Ασία: εκεί που βρίσκονται οι ενεργειακές πηγές του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής. Οι οποίες ταυτίζονται με το χώρο του Ισλάμ. Άρα το Ισλάμ αναδεικνύεται πλέον ως ο «ρυθμιστής» της παγκόσμιας «ενδοχώρας».
  • Η κοσμική Τουρκία, ως η πλέον εκδυτικισμένη ισλαμική χώρα, είναι «πιο κοντά» στη Δύση – γεωγραφικά και πολιτισμικά.
  • Επί πλέον, η Τουρκία είναι η μεγαλύτερη μουσουλμανική χώρα της περιοχής και η τρίτη μεγαλύτερη στον κόσμο (μετά το Πακιστάν και την Ινδονησία).
  • Επίσης, η Τουρκία δεν είναι αραβική χώρα. Κι έτσι δεν βρίσκεται αναμιγμένη στους στρατηγικούς ανταγωνισμούς της περιοχής, που καθορίζονται από την αραβο-ισραηλινή σύγκρουση κι από τους ενδο-αραβικούς ανταγωνισμούς.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η στρατηγική Νταβούτογλου φιλοδοξεί να αναδείξει την Τουρκία σε ηγέτιδα δύναμη του Ισλάμ.
– Ηγέτιδα γιατί μπορεί να διαμεσολαβήσει τις σχέσεις Ισλάμ-Δύσης.
–Ηγέτιδα γιατί μπορεί να επιδιαιτητεύσει τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς του Ισλάμ.
–Και Ηγέτιδα τέλος, διότι είναι αρκετά μεγάλη για να εμπνέει το σεβασμό παντού, αλλά όχι τόσο μεγάλη, ώστε να συνασπιστούν αυτόματα όλοι οι άλλοι εναντίον της.
Τέλος, η Τουρκία, αναζητώντας και κερδίζοντας ηγετικό ρόλο στο Ισλάμ και διαμεσολαβητική σχέση με τη Δύση, μπορεί να κερδίσει ρόλο πιο σημαντικό από την πλήρη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση που τώρα πια μοιάζει να αποκλείεται.
Η στρατηγική Νταβούτογλου, μοιάζει εύλογη και ευφυής.
Σε επόμενη σημείωμά μας θα δείξουμε ποια είναι τα μειονεκτήματά της.
Θα δείξουμε ακόμα, πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί από πλευράς της Ελλάδας.
Το τελευταίο που έχουμε να παρατηρήσουμε εδώ, είναι ότι πάντα τέτοιου τύπου γεωπολιτικές προσεγγίσεις έμοιαζαν εξαιρετικά «πειστικές». Αυτό, όμως, δεν τις εμπόδιζε να ηττηθούν στο τέλος…
Όπως έχει δείξει η Ιστορία πολλές φορές, οι ηπειρωτικές χώρες «στρατηγικού βάθους» χάνουν στους ανταγωνισμούς τους με «χώρες μεταίχμιου»
Η υιοθέτηση πολιτικής «στρατηγικού βάθους» εκ μέρους της Τουρκίας, υποχρεώνει την Ελλάδα να υιοθετήσει – κι αυτή από την πλευρά της – ρόλο «χώρας μεταίχμιου». Πράγμα που προσφέρει στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή ένα άλλο τρόπο να συνδεθούν ασφαλέστερα και καλύτερα μεταξύ τους, απ’ ό,τι με τη «μεσολάβηση» της Τουρκίας. Η οποία από «προνομιακός διαμεσολαβητής» Δύσης-Ισλάμ, μπορεί να μετατραπεί σε αδύνατο κρίκο για ολόκληρη την περιοχή.
Γιατί όπως θα δούμε στο επόμενο σημείωμά μας, το μεγάλο μειονέκτημα όσων χωρών επιχείρησαν να παίξουν γεωπολιτικό ρόλο «στρατηγικού βάθους» ως μεγάλες ή μεσαίες ηπειρωτικές δυνάμεις είναι ακριβώς αυτό: ότι μετατράπηκαν σε «αδύνατο κρίκο».
Η στρατηγική Νταβούτογλου είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ένα στοίχημα.
Η επιτυχία της είναι «ζητούμενο» για την Τουρκία, δεν είναι «δεδομένο».
Τα, αφανή για την ώρα, μειονεκτήματά της είναι περισσότερα από τα προφανή, ως τώρα, πλεονεκτήματά της.
Η γεωπολιτική προσέγγιση επί της οποίας στηρίζεται εξέθρεψε συνήθως τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες, αλλά και τις πιο παταγώδεις αποτυχίες.
Οφείλουμε να την εξετάσουμε προσεκτικά.
Οφείλουμε να τη λάβουμε υπ’ όψιν μας σοβαρά.
Αλλά, αν αντιδράσουμε σωστά, δεν έχουμε κανένα λόγο να τη φοβόμαστε…
Διαβάστε περισσότερα...